Advertisement
Τοπικές χορευτικές παραδόσεις: Μια πρώτη προσέγγιση.Συντονισμός – Επιμέλεια: Βασίλης Ι. Οικονόμου
Συνεχίζονται οι σεμιναριακού χαρακτήρα συναντήσεις για τον ελληνικό παραδοσιακό χορό, τη μουσική και τη φορεσιά, που διοργανώνει το ΚΕΠΕΜ, για 10η εκπαιδευτική περίοδο (2026-2027), στην ιστορική σχολή του Σίμωνα Καρά, στον λόφο του Στρέφη στα Εξάρχεια (Έρσης 9 & Πουλχερίας, Αθήνα, 11473).
Εισηγητές των σεμιναρίων μας, εγνωσμένου κύρους ερευνητές και δάσκαλοι ελληνικού παραδοσιακού χορού, καθώς και ερευνητές τοπικής λαογραφίας, μουσικοί και μουσικοδιδάσκαλοι, οι οποίοι θα καταθέσουν το απόσταγμα των πολύτιμων γνώσεων τους, σε συνδυασμό με την πολυετή και πολυεπίπεδη εκπαιδευτική τους εμπειρία.
---------------------
6ο Σεμινάριο του κύκλου είναι το ακόλουθο:
>> ΑΝ. ΑΙΓΑΙΟ | Ικαρία & Φούρνοι
- Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2026 | 16.00 – 19.00
- Ωδείο ΣΙΜΩΝ ΚΑΡΑΣ (Έρσης 9 & Πουλχερίας, Αθήνα, 11473)
---------------------
Εισήγηση – Διδασκαλία:
Κωνσταντίνος Καλέργιος
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ
Ο Κωνσταντίνος Καλέργιος, αφιερωμένος στην έρευνα και μελέτη του λαογραφικού θησαυρού του τόπου καταγωγής του, της Ικαρίας, θα μας μεταδώσει τη βιωμένη γνώση και εμπειρία του στις τοπικές χορευτικές παραδόσεις της Ικαρίας και των γειτονικών Φούρνων, με αντιπροσωπευτικά δείγματα της κοινής μουσικοχορευτικής κληρονομιάς των δύο νησιών.
Από την Ικαρία: ο «(ι)καριώτικος» ή «(ι)καριώτικος πηδηχτός», με τον πλούτο και την ποικιλία των μουσικών και χορευτικών παραλλαγών του, ο «δετός» ή «παλιός (ι)καριώτικος» (Η συμπεθέρα), ο «συρτός», η «σούστα», ο «καρσιλαμάς», οι μιμικοί: «τράτα», «πιπέρι», «σάκα σάκα», η «πόρκα», ο «αράπικος», ο «χιώτικος», ο «καλαματιανός» κ.ά.
Και, από τους Φούρνους Κορσεών: ο «συρτός» και ο «πολίτικος», η «σούστα» και ο «μπαλαριστός», ο «λέρικος», ο «καριώτικος», ο «χασαποσέρβικος», ο «χανιώτικος» κ.λπ.
ΙΚΑΡΙΑ
>> Φυσική γεωγραφία
Η Ικαρία βρίσκεται στο Ανατολικό Αιγαίο, στο σύμπλεγμα των ανατολικών Σποράδων, ανάμεσα στη Σάμο (ΒΔ), από την οποία απέχει 10 ναυτικά μίλια, και τη Μύκονο (ανατολικά), από την οποία απέχει 26 μίλια. Βρίσκεται 56 μίλια νότια από τη Χίο και 143 μίλια από το λιμάνι του Πειραιά. Αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, έχει ακτογραμμή 102 μίλια (160 χλμ.) και η συνολική του έκταση είναι 255 τετραγωνικά μίλια (660 τ.χλμ.). Έχει επίμηκες σχήμα με περίμετρο 50 μίλια. Εκτείνεται από ΒΑ προς ΝΑ και καταλαμβάνεται σχεδόν εξολοκλήρου από το όρος Αθέρας (αρχ. Πράμνος), με ψηλότερη κορυφή τη Μέλισσα (1.040 μ.). Η εν λόγω οροσειρά διασχίζει κατά μήκος το νησί και κλείνει με απότομες πλαγιές προς τη νότια πλευρά, ενώ στο βόρειο και το βόρειο κεντρικό τμήμα σχηματίζονται οι μόνες πεδινές εκτάσεις του Κάμπου και του Φάρου. Το νησί έχει τη μορφή «αναποδογυρισμένου καραβιού» όπως εύστοχα το χαρακτηρίζει ο περιηγητής του 15ου αιώνα Buondelmonti.
Από γεωλογική άποψη η Ικαρία συνίσταται αποκλειστικά από κρυσταλλοσχιστώδη μεταμορφωμένα πετρώματα (δηλ. γνεύσιους με μαρμαρυγιακούς σχιστόλιθους, μάρμαρα και σιπολίνες). Θεωρείται ότι τα πετρώματα αυτά έχουν προδεβόνιο ηλικία και ότι το νησί ανήκει στον πυρήνα της Λυδικο-καριακής κρυσταλλοπαγούς μάζας, συνδέοντας πιθανόν μαζί με τη Σάμο την κρυσταλλοπαγή αυτή μάζα με τις Κυκλάδες (ή το Νότιο Αιγαίο). Στο νησί γενικά και ειδικότερα στην περιοχή του Αγίου Κηρύκου έχουν εντοπιστεί κοιτάσματα μεταλλευμάτων σιδήρου, τα οποία παλιότερα βρίσκονταν υπό εκμετάλλευση.
Η Ικαρία χαρακτηρίζεται από το έντονο φυσικό ανάγλυφο με ορεινό χαρακτήρα με πολλές λαγκαδιές, οροπέδια, λεκανοπέδια, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η ακτογραμμή παρουσιάζει μικρό οριζόντιο διαμελισμό με ελάχιστες εγκολπώσεις, ενώ δεν προσφέρει αξιόλογους όρμους και φυσικά λιμάνια. Αξιοσημείωτοι είναι ο ανοιχτός όρμος Αγριομέλισσα και ο όρμος του Αγίου Νικολάου στα νότια με το ακρωτήριο Πάπας. Το κλίμα θεωρείται ήπιο. Κατά κανόνα τη χειμερινή περίοδο σημειώνονται αρκετές βροχοπτώσεις που συμβάλλουν στην ανάπτυξη πλούσιας βλάστησης. Η Ικαρία είναι ένα από τα πλέον πράσινα και πλούσια σε νερό νησιά του Αρχιπελάγους. Σε παλαιότερες εποχές υπήρχαν μεγάλες δασικές εκτάσεις. Εξαιτίας προπαντός των καταστρεπτικών πυρκαγιών σήμερα επικρατεί η θαμνώδης βλάστηση.
Καθώς βρίσκεται ανάμεσα στη Μύκονο και τη Σάμο, η Ικαρία παρουσιάζει κοινά στοιχεία τόσο με τις Κυκλάδες όσο και με τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Διαθέτει δε και κάποια μοναδικά χαρακτηριστικά. Η ευρύτερη περιοχή της Ικαρίας μαζί με τους Φούρνους, λόγω της μεγάλης βιοποικιλίας, έχει ενταχτεί στο πρόγραμμα Natura 2000 για διατήρηση των φυσικών οικοτόπων.
Διοικητικά ανήκει στην περιφέρεια του Βορειοανατολικού Αιγαίου και στο νομό Σάμου. Η επαρχία της Ικαρίας είναι η δεύτερη και η μικρότερη στο νομό. Περιλαμβάνει τη νήσο Ικαρία και τη συστάδα των Φούρνων. Από τις 12 κοινότητες της επαρχίας οι 11 είναι ορεινές και μόνο μία, ο Εύδηλος στη βόρεια πλευρά του νησιού, είναι ημιορεινή.
>> Ονομασία και μυθολογία
Το νησί ονομάζεται από τους ντόπιους Νικαριά. Στην Αρχαιότητα ονομαζόταν Μάκρις ή Δολίχη, λόγω του επιμήκους σχήματός του. Αναφέρεται επίσης με την ονομασία Ιχθυόεσσα, που οφείλεται στους πλούσιους ψαρότοπους στο Ικαρικό πέλαγος, και Ανεμόεσσα, όπως και άλλα νησιά, εξαιτίας των πολλών ανέμων. Η ονομασία Ίκαρος και Ικαρία δόθηκε αργότερα. Έχουν εκφραστεί γνώμες περί ανατολικής, φοινικικής πιθανόν, προέλευσης του ονόματος. Η επικρατέστερη θεωρία όμως που παρατίθεται ήδη από τους γεωγράφους της Αρχαιότητας συνδέει την ονομασία της Ικαρίας με το μύθο του Ικάρου.
Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, ο Ίκαρος παράκουσε τη συμβουλή του πατέρα του Δαιδάλου, κατά την απόδρασή τους από την Κρήτη, και πέταξε ψηλά, με αποτέλεσμα να λιώσουν τα κέρινα φτερά του από τη θερμότητα του ήλιου και να πνιγεί στο πέλαγος κάπου στα ανοιχτά της Δολίχης. Ο Δαίδαλος έθαψε το άψυχο σώμα του γιου του στο κοντινό στενόμακρο νησί, το οποίο κατά την παράδοση προς τιμή του τολμηρού νεαρού ονομάστηκε Ικαρία.
--> Ιστορία
>> Προϊστορία και Αρχαιότητα
Παρά το μεγάλο σχετικά μέγεθός του, το πλούσιο έδαφος και την αφθονία φυσικών πόρων, το νησί αυτό, κυρίως λόγω της έλλειψης φυσικών λιμανιών και της απομονωμένης θέσης του, δεν έπαιξε ιδιαίτερα σπουδαίο ρόλο στην ιστορία.
Για την Προϊστορική περίοδο της Ικαρίας διαθέτουμε λίγα στοιχεία. Κατά τόπους και συγκεκριμένα στην περιοχή του Κάμπου έχουν βρεθεί διάφορα ευρήματα της Νεολιθικής περιόδου που χρονολογούνται περίπου στο 7000 π.Χ. και σχετίζονται με προελληνικά φύλα, γνωστά με το όνομα Πελασγοί. Κατά τις ανασκαφικές έρευνες που έγιναν στο Γλαρέδο, στην περιοχή του Αγίου Κηρύκου, αποκαλύφθηκαν κυκλικά θεμέλια κτισμάτων που εκτιμήθηκαν ως μέρος νεολιθικού οικισμού. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το πλήθος νεολιθικών ευρημάτων και κυρίως εργαλείων από διάφορα μέρη του νησιού. Η πληθώρα λίθινων πελέκεων που διαθέτουμε σήμερα οφείλεται σε μια συνήθεια των Ικαριών των Νεότερων χρόνων να συλλέγουν τα αντικείμενα αυτά, τα ονομαζόμενα «αστροπελέκια», επειδή θεωρούσαν ότι προέρχονταν από κεραυνούς και ότι προστάτευαν από αυτούς, και να τα διατηρούν στα εικονοστάσια.
Υπάρχουν επίσης και αρχαιολογικές μαρτυρίες για κατοίκηση κατά τη Γεωμετρική περίοδο. Κοντά στην Ακρόπολη στο Καταφύγι (περιοχή Αγ. Κηρύκου) έχουν βρεθεί τάφοι που χρονολογούνται στην περίοδο αυτή. Σύμφωνα με το Στράβωνα οι κάτοικοι της Ικαρίας προέρχονταν από τη Μίλητο της Ιωνίας και φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή με τη σημερινή ονομασία Κάμπος, γνωστή κατά την Αρχαιότητα ως Οινόη. Στην περιοχή του Να μάλιστα έχουν βρεθεί δείγματα της «ανατολίζουσας κεραμικής» (7ος αι. π.Χ.).
Κατά τους Μηδικούς πολέμους η Ικαρία υποτάχτηκε στους Πέρσες. Στη συνέχεια ήταν από τους πρώτους συμμάχους που εντάχθηκε στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία. Στους φορολογικούς καταλόγους των Αθηνών αναφέρονται η Οινόη και οι Θέρμες που πλήρωναν συμμαχικό φόρο και είχαν μία ψήφο, ενώ το Δράπανον και το Ταυροπόλιον ήταν σύμμαχοι χωρίς εισφορά φόρου. Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, στο διάστημα 405-394 π.Χ. το νησί δέχθηκε αρμοστές και βρέθηκε υπό την κυριαρχία της Σπάρτης. Κατά τον 4ο αι. π.Χ. οι πόλεις του νησιού συσπειρώθηκαν σε μορφή συμπολιτείας, το κοινόν των Ικαρικών πόλεων, με το όνομα Ικαρία. Γύρω στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. έζησε ο γεννημένος στην Ικαρία Επαρχίδης, για τον οποίο μαθαίνουμε από αρκετές έμμεσες πηγές ότι συνέγραψε την ιστορία του νησιού. Στους Ελληνιστικούς χρόνους, στο πλαίσιο της διαμάχης μεταξύ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Ικαρία γνώρισε διαδοχικά την κυριαρχία του Πτολεμαίου Α΄, του Δημητρίου Πολιορκητή, του Αντιόχου, του βασιλείου της Περγάμου, ενώ το 133 π.Χ. ενσωματώθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι πηγές αναφέρουν ότι τον 1ο αι. π.Χ. το νησί είχε ερημωθεί και ότι οι Σαμιώτες χρησιμοποιούσαν τα εδάφη του για βοσκοτόπια.
Σπουδαίες για την ιστορία της Ικαρίας είναι οι ανασκαφικές έρευνες. Βρέθηκαν και ταυτίστηκαν τα ερείπια της αρχαίας Οινόης κοντά στον Κάμπο. Αρκετά θραύσματα από αρχαία γλυπτά και επιγραφές είναι εντοιχισμένα σε μεταγενέστερα οικοδομήματα. Στο λόφο της Αγίας Ειρήνης αποκαλύφθηκαν κατάλοιπα οχύρωσης. Παραθαλάσσια στην ίδια περιοχή, όπως και στις Ράχες, εντοπίστηκαν νεκροταφεία της περιόδου 5ου-4ου αι. π.Χ. Η επιγραφική έρευνα επιβεβαίωσε τη λατρεία στο νησί και ειδικά στο Να, της Αρτέμιδος Ταυροπόλου, μιας θεότητας ανατολικής προέλευσης. Κοντά στο χωριό Καταφύγιο υπάρχει αξιόλογη ακρόπολη, ενώ έχει ανασκαφεί και το παρακείμενο νεκροταφείο των Πρώιμων Κλασικών χρόνων.
Από τη Βυζαντινή περίοδο έως τη Νεότερη εποχή
Κατά τη Βυζαντινή εποχή και στη συνέχεια κατά τη Φραγκοκρατία και τους Νεότερους χρόνους μέχρι περίπου το 18ο αιώνα, οι άμεσες μαρτυρίες και πηγές για την Ικαρία είναι λιγοστές. Η ιστορία του νησιού σχετίζεται κυρίως με τις γενικότερες εξελίξεις στην περιοχή. Οι τύχες της Ικαρίας φαίνεται ότι συμβάδιζαν με την κοντινή Σάμο και εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό από τη Χίο.
Τα ερείπια που σώζονται κοντά στην Οινόη μαρτυρούν ότι στην περιοχή υπήρξε ο κεντρικός οικισμός με συνεχή κατοίκηση κατά τα βυζαντινά χρόνια, που αναφέρεται με το αρχαίο όνομα Δολίχη. Εκτός από τα λεγόμενα «Παλάτια» κοντά στον Κάμπο, από τη Βυζαντινή εποχή σώζονται και ορισμένες εκκλησίες, όπως π.χ. η Αγία Ειρήνη, σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός του 9ου-10ου αιώνα που χτίστηκε πάνω σε παλαιοχριστιανική εκκλησία. Η Ικαρία ακολούθησε τις τύχες των υπόλοιπων νησιών στην περιοχή σε διοικητικό επίπεδο και γενικότερα. Κατά πάσα πιθανότητα χρησιμοποιήθηκε ως ορμητήριο από τους Σαρακηνούς πειρατές. Οι πηγές κάνουν λόγο για ομαδικές μετοικήσεις από τις μικρασιατικές ακτές. Οι σεισμοί (4ος-8ος αιώνας) και οι αραβικές επιδρομές κατά τον 8ο-11ο αιώνα συνέβαλαν στην επιδείνωση της κατάστασης. Κατά τον 11ο αιώνα το βυζαντινό ναυτικό δεν ήταν σε θέση να προσφέρει την απαιτούμενη ασφάλεια. Τα νησιά ανέλαβαν με ίδια μέσα την άμυνα από τους πειρατές. Τότε και στην Ικαρία χτίζονται οχυρά όπως του Μηλιωπού (Παλαιόκαστρο), το Καφαλινό (πάνω από το Μαυράτο) και το θρυλικό κάστρο του Κοσκινά στα Κοσοίκια. Την περίοδο αυτή αρχίζει ο μαρασμός των παραλιακών πόλεων, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται οι ορεινοί οικισμοί, όπως της Αρέθουσας, όπου διασώζονται βυζαντινά ερείπια.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 το νησί περιήλθε στις κτήσεις της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1225, όποτε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία της Νίκαιας στο πρόσωπο του Ιωάννη Βατάτζη επέβαλε την κυριαρχία της στην περιοχή. Μετά την επανακατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261 η Ικαρία διατήρησε την κατάστασή της έως τις αρχές του 14ου αιώνα, όταν το 1304 μαζί με τη Σάμο και τη Χίο πέρασε στον έλεγχο του γενοβέζικου οίκου του Ζακαρία. Στο σύντομο διάστημα 1329-1346 το νησί βρισκόταν υπό τη βυζαντινή κυριαρχία και ακολούθως οι Γενοβέζοι επέβαλαν ξανά τον έλεγχό τους. Υπό την πίεση των πειρατών η Γένοβα συρρίκνωσε τη δραστηριότητά της στο χώρο και περιορίστηκε κυρίως στη Χίο, εκχωρώντας τον έλεγχο της Ικαρίας στην οικογένεια των Arangio, που διοίκησαν το νησί ως κόμητες από το 1346 έως το 1481. Αν εξαιρέσουμε την πληροφορία του Ισπανού περιηγητή Ruy de Clavijo ότι το 1403 το νησί διοικούνταν από μια γυναίκα του οίκου των Arangio, για την περίοδο αυτή δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε. Το 1481 οι Γενοβέζοι αποχώρησαν από το νησί υπό την απειλή της οθωμανικής προέλασης και η Ικαρία βρέθηκε στα χέρια των Ιπποτών της Ρόδου μέχρι το 1522, όταν τόσο η Ρόδος όσο και όλες οι κτήσεις της υποτάχθηκαν από τον Οθωμανό ναύαρχο Μπαρμπαρόσα. Ακολούθως για περίπου τέσσερις αιώνες, μέχρι το 1912, η Ικαρία τελούσε υπό την πολιτική κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με μια σύντομη διακοπή δύο ετών (1694-5), όταν μαζί με τη Χίο περιήλθε υπό τον έλεγχο των Βενετών.
Κατά τη μακρά περίοδο της κυριαρχίας τους, 150 και πλέον χρόνια, τόσο οι Γενοβέζοι όσο και οι Ιππότες της Ρόδου δεν άφησαν απτά στοιχεία της παρουσίας τους. Ούτε στον Κάμπο ούτε στον Κοσκινά δεν εντοπίζονται ευρήματα που να σχετίζονται με τη Φραγκοκρατία.
Υπολογίζεται ότι στην αρχή του 16ου αιώνα αρχίζει για τους Ικαριώτες η μακρά περίοδος της «αφάνειας». Ο πληθυσμός αποτραβήχτηκε στα ορεινά κατοικώντας στους αντιπειρατικούς κρυφούς οικισμούς. Οι ελάχιστες μαρτυρίες των δυτικών περιηγητών υπογραμμίζουν την απουσία συγκροτημένων οικισμών και την ένδεια των κατοίκων. Θεωρείται ότι οι Ικαριώτες είχαν καταφέρει να οργανώσουν και να διατηρούν ένα ιδιότυπο σύστημα αυτοδιοίκησης με αιρετούς εκπρόσωπους. Ο ντόπιος πληθυσμός παρέμεινε τυπικά ελεύθερα αυτοδιοικούμενος μέχρι το 1567, όταν δήλωσε υποταγή στον Οθωμανό σουλτάνο Σελίμ Β΄, ο οποίος όρισε τον ετήσιο φόρο στο ποσό των 525 σκούδων (15.700 γροσίων) και παραχώρησε στους κατοίκους αυτονομία και αυτοδιοίκηση.
Από το 18ο αιώνα διασώζονται ελάχιστα έγγραφα από τα οποία δύσκολα σχηματίζει κανείς εικόνα για την κατάσταση στο νησί. Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821 στην Ικαρία συγκροτήθηκε πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας. Από το 1835 αποτέλεσε μέρος της ιδιαίτερης επαρχίας Τετρανήσου μαζί με τις νήσους Πάτμο, Λέρο και Κάλυμνο.
Στις 17 Ιουλίου 1912 εκδηλώθηκε επαναστατική εξέγερση. Οι εκπρόσωποι της οθωμανικής διοίκησης εγκατέλειψαν το νησί και ιδρύθηκε η «Ελευθέρα Ικαριακή Πολιτεία» με πρωτεύουσα τον Εύδηλο. Στις 4 Νοεμβρίου στο νησί κατέφτασε ο ελληνικός στόλος και η Ικαρία περιήλθε υπό ελληνική κυριαρχία. Η ενσωμάτωση του νησιού με την Ελλάδα επιβεβαιώθηκε με τη Συνθήκη της Λοζάννης το 1923.
Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ικαρία γνώρισε διαδοχικά την ιταλική και τη γερμανική κατοχή, ενώ επέδειξε αξιόλογη αντίσταση. Ήταν περίοδος μεγάλης ένδειας και πολύς κόσμος πέθανε από ασιτία. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου το νησί χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας για τους δημοκρατικούς και τους αριστερούς. Στο λεγόμενο «Κόκκινο νησί» ή στον «Κόκκινο βράχο» εστάλησαν περίπου 13.000 εξόριστοι. Αυτό το καθεστώς καταργήθηκε μόλις το 1950 από την κυβέρνηση του Κέντρου του Ν. Πλαστήρα. Έργα αναβάθμισης ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1960.
Τον 20ό αιώνα σημειώθηκε σε σημαντική έκταση μετοίκηση Ικαριωτών τόσο στην Αμερική όσο και στην Αττική. Πολλοί από τους απόδημους Ικαριώτες διακρίθηκαν στις νέες τους πατρίδες και συνεισέφεραν στην ανοικοδόμηση της ιδιαίτερης πατρίδας τους.
(Πηγή: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού - Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου)
ΦΟΥΡΝΟΙ
>> Γεωγραφική θέση
Νησί του ανατολικού Αιγαίου, πολύ κοντά στο νοτιοδυτικό τμήμα της Σάμου και στο ανατολικό της Ικαρίας (Άγιος Κήρυκος). Ανήκει στο ομώνυμο νησιωτικό σύμπλεγμα, που αποτελείται από τρία νησιά: τους Φούρνους, τη Θύμαινα και τον Άγιο Μηνά, καθώς και από μικρότερες βραχονησίδες.
>> Φυσικό περιβάλλον - Γεωμορφολογία
Το νησί ανήκει γεωλογικά στην κυκλαδική ενότητα. Τα πετρώματά του είναι σχιστολιθικά συνήθως στα χαμηλότερα μέρη των λόφων και ασβεστολιθικά στα υψηλότερα. Οι ακτές είναι απόκρημνες, χαρακτηριστικές του αιγαιακού τοπίου, γεμάτες κόλπους και κολπίσκους προστατευμένους από τα έντονα καιρικά φαινόμενα. Τρεις από αυτούς, το Σκαλόφωνο, το Μπαλί και το Ελιδάκι, μαζί με το λιμάνι των Φούρνων, είναι γνωστοί από τα αρχαία χρόνια. Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο τύραννος της Σάμου Πολυκράτης τα χρησιμοποιούσε ως αραξοβόλια για το στόλο του το χειμώνα. Σε αυτή την ποικίλη γεωμορφολογία οφείλεται η δυσανάλογα μεγάλη ακτογραμμή του νησιού, αλλά και ολόκληρου του συμπλέγματος γενικότερα. Η θαλάσσια περιοχή χαρακτηρίζεται από μικρά βάθη και σχετικά μικρές κλίσεις. Ο ορυκτός πλούτος περιορίζεται στο μάρμαρο των τεσσάρων λατομείων, που όμως δε χρησιμοποιούνται σήμερα. Η εκμετάλλευσή τους τοποθετείται στους αρχαίους χρόνους. Υποστηρίζεται μάλιστα η άποψη ότι τα λατομεία αυτά προμήθευσαν τη Μίλητο και άλλες ιωνικές πόλεις με οικοδομικό υλικό. Συγκεκριμένα στο λατομείο που βρίσκεται στη θέση Πετροκοπιό αποκαλύφθηκαν τμήματα αρχιτεκτονικών μελών. Ένα δεύτερο προμήθευσε το μάρμαρο για το τζαμί του Κιλίτς Αλή Πασά στην Κωνσταντινούπολη.
Η χλωρίδα και η πανίδα του νησιού, αν και ελλιπώς μελετημένες, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για το λόγο αυτό οι Φούρνοι έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Natura 2000». Πολλά είδη αρωματικών φυτών, με κυρίαρχα το θυμάρι, το θρούμπι, τη φασκομηλιά και το ρείκι, αφθονούν στα σχιστολιθικά εδάφη, ενώ στα ασβεστολιθικά ο σχίνος, η κουμαριά και ο φίδας. Δε λείπουν βέβαια και οι ελαιώνες. Πληθωρική είναι η παρουσία του μανδραγόρα, ο οποίος σπάνια παρατηρείται σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Πρόκειται για φυτό ποώδες με πλατιά φύλλα, οι καρποί του οποίου, αν φαγωθούν, προκαλούν αντισπαστικές και υπνωτικές ιδιότητες. Παλαιότερα υπήρχαν σε βορινές, ως επί το πλείστον, περιοχές μερικά δασύλλια από κουμαριές, χαρουπιές και σχίνους, αλλά η αλόγιστη υλοτομία στα χρόνια του Μεσοπολέμου και η εντατική βόσκηση, που συνεχίζεται και σήμερα, έχουν προκαλέσει μεγάλη υποβάθμιση και έντονα φαινόμενα διάβρωσης.
Η πανίδα των Φούρνων είναι εξίσου σημαντική. Η θαλάσσια περιοχή στηρίζει πληθυσμούς της μεσογειακής φώκιας monachus monachus, οι οποίοι απειλούνται από την ανθρώπινη παρέμβαση, αλλά και διάφορα είδη δελφινιών και θαλάσσιων χελωνών. Το νησί συμπεριλαμβάνεται και στις 196 σημαντικές για τα πουλιά περιοχές της Ελλάδας (Σ.Π.Π.Ε.), καθώς είναι τόπος αναπαραγωγής πουλιών όπως ο μαυροπετρίτης (είδος γερακιού), ο σπιζαετός και η νησιωτική πέρδικα. Αποτελεί επίσης περιοχή ιδιαίτερης σημασίας για τα μεταναστευτικά είδη, ιδιαίτερα τους ερωδιούς.
>> Ιστορία
Κατά την Αρχαιότητα οι Φούρνοι ονομάζονταν Κοράσιοι νήσοι (υπάρχει σήμερα βραχονησίδα με το όνομα Κορασίδα). Ο φιλόσοφος Πορφύριος της Τύρου (3ος αιώνας) τους αποκαλεί Κορσεάς, ονομασία που κρατούν και σήμερα. Ο Ενετός γεωγράφος Benedetto Bordone (1537) ονομάζει τα νησιά Fornelli (μικροί φούρνοι). Επίσης σε χάρτες απαντούν και τα ονόματα Μελάνθη, Φορτιόλε και Κουρσοί. Σύμφωνα με υποθέσεις, οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν Ίωνες (Μιλήσιοι). Από τα πρώτα χρόνια της Βυζαντινής εποχής και σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα αποτελούσαν ορμητήριο των Ελλήνων και ξένων πειρατών, γι’ αυτό το λόγο ερημώθηκαν. Κατοικήθηκαν πάλι το 1770, όταν ο μοναχός Νήφων ερχόμενος από την Πάτμο με άλλους πέντε μοναχούς έχτισε στη θέση Κουμάρα το εξωκλήσι της Ευαγγελίστριας και ένα κελί. Αργότερα δημιουργήθηκε ο πρώτος οικισμός από κατοίκους των Δωδεκανήσων. Μετά την Ελληνική Επανάσταση οι Φούρνοι περιήλθαν στην κυριότητα ενός Πάτμιου ναυτικού, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του στον οθωμανικό στόλο. Αργότερα, μετά την εφαρμογή του νέου νόμου περί επαρχιακής διοίκησης (1864), εγκαταστάθηκε εκεί οθωμανική φρουρά. Στις 3 Νοεμβρίου 1912 έγινε η επίσημη ένωσή τους με την Ελλάδα.
Πηγή: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού - Πολιτιστική Πύλη του Αρχιπελάγους του Αιγαίου.
>> Τραγούδια της Ικαρίας
Η Ικαρία, το στενόμακρο νησί ανάμεσα του Αρχιπελάγους, που μαζί με τη Σάμο και τη Μύκονο το χωρίζουν εις Βόρειον και Νότιον Αιγαίον, παρουσιάζει αξιοσημείωτον μουσικόν και ποιητικόν ενδιαφέρον.
Τα τραγούδια που περιλαμβάνονται εις αυτήν την έκδοσιν είναι αποτέλεσμα μόχθου συλλογής των, να γυρίζωμαι τα παλαιότερα χρόνια όλη σχεδόν την Ικαρία, ευρίσκοντες ηλικιωμένους ανθρώπους, (άνδρες και γυναίκες) προθύμους να τα εμπιστευθούν εις τους νεωτέρους συμπατριώτας τους, ίσως φιλοτιμηθούν να τους μιμηθούν.
Σπανίζουν τα γνήσια και παλαιά τραγούδια που δεν λέγονται πλέον –– διότι έπαυσεν ο παλαιός τρόπος της παραδοσιακής αυτής ζωής –– τραγούδια του γάμου, των Απόκρεω, του Πάσχα, εις συμπόσια και συνεστιάσεις.
Η ποιητική παράδοσις –– ή «ρίμες» –– του νησιού ελάχιστα πλέον διατηρείται, δια νʼ αφηγηθεί αξιοσημείωτα γεγονότα και κατορθώματα του παρελθόντος. Ευδοκιμεί όμως ο τοπικός ʼκαριώτικος «γονατιστός ή πηδηκτός ή κουνιστός» σκοπός και χορός που ημπορεί να παρατείνεται επί (τρινόκτουμ κοντίνουουμ) τρία ημερόνυκτα άνευ διακοπής.
Μουσικά όργανα εδώ λύρα, ακολούθως αντικατασταθείσα από το «διολί», που όπως αφηγούνται οι παλαιοί (Σταμάτιος Βατούγιος) «εκουδρίζετο» όχι «α λα φράγκα» –– κατά πέμπτας (sol re la mi) –– αλλά «βυζαντινά», με τας δύο υψηλάς χορδάς κατά τετάρτας –– re-la, δια να έχουσιν οι παίκται επί του re με το πρώτο δάκτυλο όλας τας υφεσοδιέσεις του mi (4, 5,5, 7,5, 10, 12,...), πράγμα απαραίτητο δια τας κατά γένη και χρόας της ελληνικής μουσικής ποικιλίας διαστημάτων, πράγμα ακατόρθωτον, όταν το mi είναι σηκωμένον εις τον τόνον.
Σκοποί χορευτικοί: «στα τρία», τύπου «κάτω στο γιαλό», συρτός και μπάλλος ακατάληπτα, συμπίλημα διαφόρων νησιωτικών συρτών, καλαματιανός, καρσιλαμάδες μικρασιατικοί και ζεϊμπέκικα, αν τα ξεύρουν και δεν τα «μπεδρεύγουν» οι οργανοπαίκται, και προπαντός –– ως ελέχθει –– ο τοπικός «καριώτικος» πηδηκτός τον οποίον θέλει να εξαφανίσει η εν τη Γυμναστική Ακαδημία παραμορφωτική διδασκαλία.
Άλλα όργανα, το «πιδαύλιον» και η τσαμπούνα, ο ασκαύλης εις τον οποίον διεκρίνοντο οι παλαιότεροι, ώστε νʼ αναπολεί με νοσταλγίαν κανείς, έστω και το προ 40ετίας ή 50ετίας παρελθόν, καθʼ ο η παράδοσις και η εθιμική τάξις έδιδον τοπικόν χρώμα εις την ανθρωπίνην ζωήν. Τέλος, κλείοντες την παρούσαν έκθεσιν, θεωρούμεν καθήκον όπως μνημονεύσωμεν –– εκτός των ηλικιωμένων μερακλήδων τραγουδιστών, χορευτών και συνεορταστών του παρελθόντος –– και δύο μουσικούς αξιολόγους: τον εκ Μεσαράς δεξιοτέχνην του «διολιού» Σταμάτιον Βατούγιον που μας άφησε –– ομού με την χορωδίαν του Μουσικού Συλλόγου μίαν από τις καλύτερες παραλλαγές του «καριώτικου» χορού και τον Θεόδωρον Παράλαιμον εξ Αμάλου του Κάβο Πάπα, πολύπλευρον μουσικόν τάλαντον (λυριστήν, τσαμπουνιστήν, τραγουδιστήν και χορευτήν δόκιμον), που έβγαζεν ολόκληρον παννυχίδα εις τον καφενέ της εκκλησίας κατά τας «Αποκρέω». Ακόμη και τρίτον τον εκ Μεσαράς τυφλόν (Μ)ημητράκην Κουφαδάκην, που μας έπαιζε αυτόκλητος με το πιδαύλιν του, έξω από το σπίτι που μέναμε εις τον Άγιον Κήρυκον, δια να μας ευχαριστήσει. «Αιωνία των η μνήμη». Είναι καθήκον η μνημόνευσις του αξέχαστου εκείνου παρελθόντος.
(Κείμενο του αειμνήστου Δασκάλου της Εθνικής Μουσικής Σίμωνος Ι. Καρά (1903-1999) στο ένθετο φυλλάδιο του δίσκου (LP) «Τραγούδια Ικαρίας & Σάμου» με ηχογραφήσεις από την εκπομπή «Ελληνικοί Αντίλαλοι» (ΕΙΡ 1957-ʼ60))
--> Βιογραφικές αφηγήσεις παλαιών οργανοπαιχτών της Ικαριάς (αποσπάσματα)
>> Νίκος Τσεπέρκας (Άγιος Πολύκαρπος Ικαρίας, 1925)
Το βιολί το ξεκίνησα από το Δημοτικό σχολείο. Μου πήρε στην αρχήν ο πατέρας μου, ο συγχωρεμένος, μία λύρα και την έβαζα εδώ […]. Το λυράκι, έδωκεν ο πατέρας μου μιανού γεροντάκου με τις βράκες […], κι έφτιαχνε λύρες αυτός, τις έφτιαχνεν ωραία. Και πή[γ]αινεν ο πατέρας μου, μαζίν επή[γ]αμαι και του λέει «Μου γυρεύει μια λύραν ο μικρός. Έχεις να του κάνεις; Έχεις έτοιμη για θα του φτιάξεις;» Λέει: «Έχω έτοιμη κι άμα θέλει θα του φτιάξω κιόλα». Και δώκαμε, δύο οκάδες ήτανε λάδι, και την πήρα τη λύρα. Αφού πήρα τη λύρα την είχα κανά χρόνο –ούτε χρόνο– και με πήρεν ύστερα στα κάρβουνα και φτιάχναμε στην Ήπειρο, και φτιάχναμε κάρβουνα […]. Κι η συμφωνία μας πρι[ν] φύγομε, ήτανε να μου πάρει ένα βιολάκι […]. Πήγα στα κάρβουνα, τελειώσαμε, περάσαμε αυτ’ τη Θεσσαλονίκη, επήγα σ’ έναν Εβραίικο μαγαζί και πήρα ένα βιολάκι το 2,5 τετάρτου. Ε, ύστερα από λίγον καιρό, κανά χρόνο πάλι, είχε φέρει ένας Αμερικάνος δύο βιολιά […]. Αυτό που τα ’τανε χίλιες πεντακόσιες, ήτανε καλύτερο στον ήχο […], και το άλλο ήταν λουσάτο, κόκκινο, βυσσινί και μου πήρε κείνο.
[Βιολί έμαθα να παίζω] μόνος μου, ποιος να μου δείξει; Παίζω και κομμάτια στην κάτω-κάτω σκάλα […], τα βλέπω στην τηλεόραση. Έξω άμα ’μουν εγώ εν ηπή[γ]αινα[…], πώς να σου πω, να αλητεύγω όξω. Άμα ’χα εξόδου ήθελα να πάω σε ταβέρνα να ’χει όργανα, να βλέπω μουσική. Στην τηλεόραση, σε κασέτες […]. Είχεν ένα γέροντα εδώ, Καριώτης, ο οποίος έπαιζεν ωραία λύρα, ανάλογα την εποχή και είδα ότι έπαιζε, εκουμπούσε τα νύχια [στις χορδές]. Ο Καστανιάς. Ήταν φίλοι δε και με τον πατέρα μου, τον ήρεσεν και το κρασάκι. Κι άμα ’τανε το πανηγύριν εδώ ήθελε να ’ρτει στο πανηγύρι να για παίξει. Εγώ ήμουν δίπλα του, εκείνοι πίναν τα κρασά του[ς], το βεζεδάκιν του, εγώ δίπλα στην λύρα γιατί έπαιζε, είχαν κέφι και επαίζανε.
Εγώ ήβγα, επρωτόβγα […], ήμουνα παιδί και γίνετον ένα γάμος […]. Με πήραν στις Βρακάδες κι έπαιζα όλη νύχτα και μου δώσαν και λεφτά, ο πατέρας μου είχε φύ[γ]ει κι είχεν πάει προτού στη Μέσην Ανατολή […], εκείνο ήταν το ξεκίνημά μου. Κι από κει αρχίσαν να με παίρνουνε σε γάμους, σε βαφτίδια, σε πανηγύρια. Είχα μεγαλώσει και λίγο κανά χρόνο, κανά δυο χρόνια, δε θυμάμαι και καλά […]. Μετά φύγαμε και ’μεις και πήγαμε στη Μέσην Ανατολή, στην Αλεξάνδρα, έκατσαν αυτό πες τρία χρόνια.
Και ξανά ’ρτα εδώ […]. Εδούλευγα όλες τις δουλειές και σ’ όλα τα πανηγύρια και γάμους και βαφτίδια […], με παίρ[ν]ανε οι ανθρώποι, ας είναι καλά. Μ’ αγαπούσανε τέλος πάντων κι αγαπούσα και ’γω τους συνανθρώπους μου […]. Έπαιζα λίγο περισσότερο και είχα και διάθεση, έπαιζα με μεράκι, είχα δοξαριά.
[…] άμα ήμουν νέος, σε καρέκλα δεν ηκάθισα, έπαιζα όρθιος, δεν καταλάβαινα κούραση […]. Επήγαινα και μεσ’ τη μέσην των χορευτάδων. Δεν μπορείς να φανταστείς, όταν είναι χορευτής και κάνει τσαλίμι και μ’ αρέσει, αμέσως τό ’πιασα, το τυπώνω στο μυαλό μου. Έρχομαι στο σπίτι και λέω, έκαναν τα πόδια του [χορευτή] κάπως έτσι, και παίρνω κι από χορευτές, αλλά νά ’ναι χορευτάδες […]. Και μ’ ενθουσιάζει κιόλα, και του παίζω και παραπάνω, γιατί φχαριστιέμαι.
Τον Καριώτικο τον έπαιζαν οι γέροι πού ’ταν σαν εμένα και πιο μικροί και τον επαίζανε μονότονα. Εγώ επήρα το χρόνο και τη δοξαριά της λύρας του Καστανιά, από κει έβαλα κι έβγαλα, κατάλαβες; Όσα δε μου ’ρέσανε τό ’βγαλα και κόλλουμ’ άλλο κομμάτι […]. Και ’χω φτιάξει και πολλούς Καριώτικους, όσον ήπαιζα εδώ, λέω κάτι εν πάει, να πιάσουμε κι άλλες νότες, να πιάσουμεν κι άλλες νότες, να πάμεν και κει, να πάμεν και δω, να πάμε […]. Γι’ αυτό είναι μυστήριος ο Καριώτικος, επειδή δεν έχει λόγια παίζεις μόνο μουσική και φτάνεις σ’ ένα σημείο που πας να φύγεις[…], να φύγεις αφ’ τον τόνο, αφ’ τον χρόνο και επειδή ξέρω πολλά πράματα την ώρα αυτή το δένω αμέσως.
>> Λευτέρης Πουλής «Σκάτζακας» (Μανδριά, Ικαρίας, 1949)
Οι παππούδοι μου ξέρω ’γω, οι θείοι μου, ήταν όλοι, όλοι μουσικοί. Όχι όλοι, αλλά και ο πατέρας μου έπαιζε και ο παππούς μου έπαιζε και ένας θείος μου έπαιζε βιολί […]. Ο πατέρας μου ναυτικός ήτανε, τράτα είχε [και] έπαιζε μαντολίνο […]. Ο πατέρας μου ήταν Καστελοριζός, η μητέρα μου ήταν από την Ικαρία, από το Φραντάτο […].
Εγώ από μικρό παι[δ]άκι που πρωτό – ξεκίνησα, είχα μια γιαγιά η οποία […], είχαν πεθάνει οι γονείς μου, η μητέρα μου είχαν [είχε] πεθάνει πολύ νέα, 38 χρονώ[ν]. Και έμεινα εγώ τώρα στο Φραντάτο, σε ένα χωριό, [σ]το οποίο ήταν η γιαγιά μου δασκάλα εκεινής της εποχής […]. Και μετά στα 10-11 [χρόνια] μου πήραν ένα βιολί, κάποια θεία μου εκεί πέρα, και ξεκίνησα. Στα 15 μου χρόνια πήγα στο πανηγύρι και έτσι ξεκίνησα σιγά-σιγά μόνος μου χωρίς να μου δείξει μία –ένας άνθρωπος– μια νότα, ένας άνθρωπος […]. Ε, μετά που μεγάλωσα ας πούμε, που βγήκα έξω, που έκανα με μουσικούς παρέα […]. Αλλά είχα ξεκινήσει μόνος μου όμως». Στην Αθήνα που πήγαινε: «Μετά κάθισα κάτω με τους μουσικούς και έμαθα αυτά που έπρεπε να μάθω, ας πούμε. Αλλά είχα μάθει, είχα ξεκινήσει το βιολί, έπαιζα κανονικά.
[…] Ταγκό, πόλκα, λίγο βαλς, φοξ αγκλέ, τα χορεύανε […]. Και ακόμα τώρα μου λένε «Παίξε και κανένα ταγκουδάκι να χορέψουμε, να πούμε» […]. Είχε από τότες συλλόγους και κάνανε τα πανηγύρια. Αλλά το πανηγύρι στην Ικαρία δεν είναι εκμεταλλεύσιμο σαν πούμε έξω [όπως εκτός Ικαρίας], τ’ άλλα τα πανηγύρια. Το πανηγύρι στην Ικαρία το κάνανε οι συλλόγοι, του κάθε χωριού, για να μαζεύουνε χρήματα […]. Ένα μυστήριο πράγμα. Παίζω στην Ακαμάτρα σε ένα πανηγύρι που είχε 4000 κόσμο –δηλαδή δεν είναι Ικαριώτες όλοι, αυτοί είναι ξένοι άνθρωποι οι πιο πολλοί– βλέπεις και η ορχήστρα παίζει απ’ όλα τα τραγούδια και ρεμπέτικα και λαϊκά και νησιώτικα […]. Μόλις πιάνω το δοξάρι μου στον Καριώτικο, σηκώνονται όλοι [να χορέψουν]. Ο Καριώτικος, όταν ήταν η Ικαρία επί τουρκοκρατίας χορευότανε ο Καριώτικος σταυρωτά. Δηλαδή ήτανε τα δεσμά, ας πούμε. Έδειχνε ότι ο χορός αυτός ήτανε κάπως σκλαβωμένος, όπως ήτανε η Ικαρία. Μετά που απελευθερώθηκε η Ικαρία πιαστήκανε από τον ώμο έτσι […]. Εδώ προχτές έπαιξα με το Λύκειο [των Ελληνίδων] που χορέψανε, [και] ήτανε σταυρωτός ο Καριώτικος […]. Εγώ έχω βάλει πάρα πολλά στον Καριώτικο μέσα […]. Δεν ήξερα [μόνος μου] να τα βάλω –να μην είμαστε τώρα– […]. Έβλεπα τους ανθρώπους που χορεύανε –είχε κάτι γερόντια που κάνανε κάτι στροφές, το οποίο εγώ κάπου έφευγα που τον έβλεπα– και έβαλα διάφορα μέσα και του ταίριαζε, ας πούμε, ταιριαζόταν, μέλωνε που λέμε εμείς […]. Κοίταξε να δεις να μην είμαστε εγωιστές, οι άνθρωποι αυτοί που ήταν οι γέροι [οι παλιότεροι οργανοπαίχτες] στηρίζεσαι εκεί απά[νω].
Οι Ράχες –εδώ πάνω– είχανε […], ο μουσικός που έπαιζε, ο βιολιτζής έπαιζε Καριώτικο με τα ίδια βήματα πιο αργά με άλλα τσαλίμια. Εδώ πάλι προς το Φραντάτο ήταν ο «Τσαμούρικος», ο «Περαμαρίτικος», στον Άγιο [Κήρυκο] ήτανε ο «Φαναριώτικος». Απ’ εκεί στο Καρκινάγρι ήτανε ο «Παπαδιώτικος».
(Έρευνα - Καταγραφή: Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Αρχείο Μουσικού Πολιτισμού Βορείου Αιγαίου, 2008)
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΙΣΗΓΗΤΗ
Ο Κωνσταντίνος Καλέργιος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1967 και κατάγεται από το Καρκινάγρι της Ικαρίας. Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για το λαϊκό πολιτισμό συμμετέχοντας στα γλέντια και τα πανηγύρια του χωριού του. Έτσι από πολύ νωρίς άρχισε να ασχολείται σε βάθος ιδιαίτερα με τον παραδοσιακό χορό, το τραγούδι και τη φορεσιά γυρίζοντας από χωριό σε χωριό, ερευνώντας, συγκεντρώνοντας λαογραφικό υλικό του νησιού του και αντλώντας πληροφορίες από ηλικιωμένους.
Η δραστηριότητά του επεκτείνεται και πέρα από τα σύνορα της Ικαρίας καθώς ασχολήθηκε με την παράδοση και άλλων περιοχών της Ελλάδος. Παρακολούθησε μαθήματα Βυζαντινής Μουσικής στο «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής» και μαθήματα ελληνικών χορών στη σχολή του Θεάτρου Ελληνικών Χορών «Δόρα Στράτου». Συμμετείχε σε πλήθος σεμιναρίων σχετικών με τον παραδοσιακό χορό και τη φορεσιά. Υπήρξε μέλος στο Σύλλογο Φαρακλάδων Κεφαλλονιάς «Η Εύγερος».
Δίδαξε χορούς σε διάφορες χορευτικές ομάδες όπως στο Σύλλογο Σκυριανών και οργάνωσε τη χορευτική ομάδα του Συλλόγου Νεολαίας Ικαρίας. Είναι μόνιμος συνεργάτης του Τμήματος Παραδοσιακών Χορών του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ασπροπύργου από το 1992.
Επίσης, ο Κωνσταντίνος Καλέργιος ασχολείται με την κατασκευή και συντήρηση παραδοσιακών φορεσιών και κοσμημάτων, ενώ συνεχίζει να προβάλλει την παράδοση και τους χορούς της Ικαρίας όπου του ζητηθεί.
---------------------
>> Στον χώρο θα λειτουργεί το πωλητήριο του kepemshop με ΕΙΔΙΚΕΣ ΤΙΜΕΣ για τους συμμετέχοντες.
---------------------
ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Κόστος ανά σεμινάριο για εγγραφή στον χώρο την ημέρα του σεμιναρίου: € 30
Για προεγγραφές έως την προηγουμένη διεξαγωγής του σεμιναρίου, ισχύει ειδική προσφορά: € 25.
Για προεγγραφή σε 3 σεμινάρια και άνω, κόστος σεμιναρίου: € 20
Λόγω του περιορισμένου χώρου και αριθμού ατόμων, παρακαλούμε για την προεγγραφή σας.
Πληροφορίες – Δηλώσεις συμμετοχής – Προεγγραφές (Γραμματεία ΚΕΠΕΜ – Ωδείου ΣΙΜΩΝ ΚΑΡΑΣ):
- 210 881 1930, 210 823 7447 (ΔΕΥ-ΠΑΡ, 14.30-21.30)
- [email protected]
ΤΡΟΠΟΙ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΓΙΑ ΠΡΟ-ΕΓΓΡΑΦΗ
Για την προ-εγγραφή σας μπορείτε να εξοφλήσετε με έναν από τους Τρόπους Πληρωμής που θα βρείτε εδώ (https://kepem.org/wp-content/uploads/2025/09/Τρόποι-πληρωμής-ΚΕΠΕΜ.pdf), βάζοντας ως αιτιολογία κατάθεσης το όνομά σας και τα σεμινάρια που επιθυμείτε να παρακολουθήσετε. Ακολούθως, παρακαλούμε αποστείλατε το αποδεικτικό της κατάθεσης στο [email protected] και θα επικοινωνήσουμε μαζί σας για την επιβεβαίωση της προ-εγγραφής σας.
Σε περίπτωση κωλύματος παρακαλούμε ενημερώστε μας εγκαίρως, για τη διάθεση της θέσης σας σε άλλον ενδιαφερόμενο.
---> Δες στον παρακάτω σύνδεσμο και τα υπόλοιπα σεμινάρια του κύκλου:
https://kepem.org/πρόγραμμα-σεμιναρίων-χορού/
Advertisement
Event venue
ΚΕΠΕΜ - Ωδείο "Σίμων Καράς", Πουλχερίας 11, 114 73 Αθήνα, Ελλάδα, Athens, Greece
Tickets